enterar
Pronunciation
/ˌɛntɛɾˈaɾse/

Ορισμός και σημασία του "enterar"στα ισπανικά

enterar
01

μαθαίνω, ανακαλύπτω

darse cuenta o descubrir una información nueva
enterar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
entro
γ΄ ενικό πρόσωπο
entera
ενεστώτα μετοχή
enterando
απλός αόριστος
me enteré
παθητική μετοχή
enterado
Παραδείγματα
¿ Cómo te enteraste de la fiesta sorpresa?
Πώς έμαθες για το πάρτι έκπληξη ;
02

ενημερώνομαι

recibir información o descubrir algo que no se sabía
Παραδείγματα
Te enterarás de los detalles cuando hables con él.
Θα ενημερωθείς για τις λεπτομέρειες όταν μιλήσεις μαζί του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store