Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enterar
01
μαθαίνω, ανακαλύπτω
darse cuenta o descubrir una información nueva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
entro
γ΄ ενικό πρόσωπο
entera
ενεστώτα μετοχή
enterando
απλός αόριστος
me enteré
παθητική μετοχή
enterado
Παραδείγματα
¿Te enteraste del concierto que habrá el sábado?
Μάθατε για τη συναυλία που θα γίνει το Σάββατο ;
02
ενημερώνομαι
recibir información o descubrir algo que no se sabía
Παραδείγματα
Me enteré de la noticia esta mañana.
Ενημερώθηκα για τα νέα σήμερα το πρωί.



























