enterar
en
en
εν
te
te
τε
rar
ˈɾaɾ
ραρ
enterrarentrarencerar

Ορισμός και σημασία του "enterar"στα ισπανικά

enterar
01

μαθαίνω, ανακαλύπτω

darse cuenta o descubrir una información nueva 
enterar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
entro
γ΄ ενικό πρόσωπο
entera
ενεστώτα μετοχή
enterando
απλός αόριστος
me enteré
παθητική μετοχή
enterado
Παραδείγματα
¿Te enteraste del concierto que habrá el sábado? 

Μάθατε για τη συναυλία που θα γίνει το Σάββατο ;

02

ενημερώνομαι

recibir información o descubrir algo que no se sabía 
Παραδείγματα
Me enteré de la noticia esta mañana. 

Ενημερώθηκα για τα νέα σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store