Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La actividad
01
δραστηριότητα
acción o conjunto de acciones que se hacen para lograr un objetivo o entretenerse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
actividades
Παραδείγματα
La actividad física es buena para la salud.
Η σωματική δραστηριότητα είναι καλή για την υγεία.



























