Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La actividad
01
δραστηριότητα
acción o conjunto de acciones que se hacen para lograr un objetivo o entretenerse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
actividades
Παραδείγματα
Necesito organizar las actividades del fin de semana.
Πρέπει να οργανώσω τις δραστηριότητες του Σαββατοκύριακου.



























