durar
du
du
doo
rar
ˈɾaɾ
rar
dorardudar

Ορισμός και σημασία του "durar"στα ισπανικά

01

διαρκώ

continuar existiendo o permaneciendo por un tiempo 
durar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
duro
γ΄ ενικό πρόσωπο
dura
ενεστώτα μετοχή
durando
απλός αόριστος
duré
παθητική μετοχή
durado
Παραδείγματα
La reunión duró dos horas. 

Η συνάντηση διήρκησε δύο ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store