Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durar
[past form: duré][present form: duro]
01
διαρκώ
continuar existiendo o permaneciendo por un tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
duro
γ΄ ενικό πρόσωπο
dura
ενεστώτα μετοχή
durando
απλός αόριστος
duré
παθητική μετοχή
durado
Παραδείγματα
Este acuerdo puede durar varios años.
Αυτή η συμφωνία μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια.



























