Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El edificio
01
κτίριο, οικοδόμημα
construcción con paredes y techo donde vive o trabaja la gente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
edificios
Παραδείγματα
El edificio tiene un ascensor moderno.
Το κτίριο διαθέτει σύγχρονο ασανσέρ.



























