capaz
ca
ka
ka
paz
ˈpaθ
path
capuzcapataz

Ορισμός και σημασία του "capaz"στα ισπανικά

01

ικανός, επιδέξιος

que tiene habilidad o preparación para hacer algo 
capaz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más capaz
συγκριτικός βαθμός
más capaz
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
capaz
αρσενικό πληθυντικό
capaces
θηλυκό ενικό
capaz
θηλυκό πληθυντικό
capaces
Παραδείγματα
Ella es capaz de resolver cualquier problema. 

Είναι ικανή να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store