Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cuidado
01
προσοχή, φροντίδα
atención y precaución al hacer algo para evitar errores o accidentes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Escribió la carta con cuidado y precisión.
Έγραψε την επιστολή με προσοχή και ακρίβεια.
02
φροντίδα, προσοχή
atención, vigilancia o protección que se presta a alguien o algo
Παραδείγματα
Su salud requiere cuidado diario.
Η υγεία του απαιτεί καθημερινή φροντίδα.
cuidado
01
καλοδιατηρημένος, άψογος
que está hecho o presentado con mucha atención, limpieza y orden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cuidado
συγκριτικός βαθμός
más cuidado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cuidado
αρσενικό πληθυντικό
cuidados
θηλυκό ενικό
cuidada
θηλυκό πληθυντικό
cuidadas
Παραδείγματα
Sus uñas están cuidadas y bonitas.
Τα νύχια της είναι περιποιημένα και όμορφα.



























