Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cuidar
01
φροντίζω, περιποιούμαι
prestar atención y proteger a alguien o algo para que esté seguro o en buen estado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuido
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuida
ενεστώτα μετοχή
cuidando
απλός αόριστος
cuidó
παθητική μετοχή
cuidado
Παραδείγματα
Cuido a mis hermanos menores.
Φροντίζω τα μικρότερα αδέρφια μου.
02
φυλάω, παρακολουθώ
atender y vigilar a un niño cuando sus padres no están
Παραδείγματα
Mi hermana mayor va a cuidar a los niños esta noche.
Η μεγαλύτερη αδερφή μου θα φροντίσει τα παιδιά απόψε.
03
φροντίζω τον εαυτό μου, προσέχω την υγεία μου
prestar atención y proteger la propia salud o bienestar
Παραδείγματα
Es importante cuidarse para estar sano.
Είναι σημαντικό να φροντίζεις τον εαυτό σου για να είσαι υγιής.



























