cuidar
cui
kwi
kvi
dar
ˈðaɾ
dhar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "cuidar"στα ισπανικά

cuidar
01

φροντίζω, περιποιούμαι

prestar atención y proteger a alguien o algo para que esté seguro o en buen estado 
cuidar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuido
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuida
ενεστώτα μετοχή
cuidando
απλός αόριστος
cuidó
παθητική μετοχή
cuidado
Παραδείγματα
Cuido a mis hermanos menores. 

Φροντίζω τα μικρότερα αδέρφια μου.

02

φυλάω, παρακολουθώ

atender y vigilar a un niño cuando sus padres no están 
cuidar definition and meaning
Παραδείγματα
Mi hermana mayor va a cuidar a los niños esta noche. 

Η μεγαλύτερη αδερφή μου θα φροντίσει τα παιδιά απόψε.

03

φροντίζω τον εαυτό μου, προσέχω την υγεία μου

prestar atención y proteger la propia salud o bienestar 
Παραδείγματα
Es importante cuidarse para estar sano. 

Είναι σημαντικό να φροντίζεις τον εαυτό σου για να είσαι υγιής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store