Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
buscar
[past form: busqué][present form: busco]
01
αναζητώ
intentar encontrar algo o a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
busco
γ΄ ενικό πρόσωπο
busca
ενεστώτα μετοχή
buscando
απλός αόριστος
busqué
παθητική μετοχή
buscado
Παραδείγματα
Mi hermana busca sus gafas por toda la casa.
Η αδερφή μου ψάχνει τα γυαλιά της σε όλο το σπίτι.



























