Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
buscar
01
αναζητώ
intentar encontrar algo o a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
busco
γ΄ ενικό πρόσωπο
busca
ενεστώτα μετοχή
buscando
απλός αόριστος
busqué
παθητική μετοχή
buscado
Παραδείγματα
Estoy buscando mis llaves.
Ψάχνω τα κλειδιά μου.



























