Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El uso
01
χρήση
acción de emplear algo para un fin determinado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El uso del móvil está prohibido en clase.
Η χρήση του κινητού τηλεφώνου απαγορεύεται στην τάξη.
02
χρήση
función o aplicación práctica de algo
Παραδείγματα
Este recipiente tiene varios usos.
Αυτό το δοχείο έχει πολλές χρήσεις.



























