el uso
u
ˈu
oo
so
so
so
husooso

Ορισμός και σημασία του "uso"στα ισπανικά

01

χρήση

acción de emplear algo para un fin determinado 
el uso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El uso del móvil está prohibido en clase. 

Η χρήση του κινητού τηλεφώνου απαγορεύεται στην τάξη.

02

χρήση

función o aplicación práctica de algo 
Παραδείγματα
Este recipiente tiene varios usos. 

Αυτό το δοχείο έχει πολλές χρήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store