Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
usado
01
χρησιμοποιημένος, φθαρμένος
que ha sido utilizado antes y ya no es nuevo
Παραδείγματα
El vestido usado le quedó perfecto.
Το φθαρμένο φόρεμα της πήγαινε τέλεια.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χρησιμοποιημένος, φθαρμένος