usado
Pronunciation
/usˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "usado"στα ισπανικά

01

χρησιμοποιημένος, φθαρμένος

que ha sido utilizado antes y ya no es nuevo
usado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más usado
συγκριτικός βαθμός
más usado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
usado
αρσενικό πληθυντικό
usados
θηλυκό ενικό
usada
θηλυκό πληθυντικό
usadas
Παραδείγματα
El vestido usado le quedó perfecto.
Το φθαρμένο φόρεμα της πήγαινε τέλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store