usado
u
u
oo
sa
ˈsa
sa
do
ðo
dho
asadoaladoaradogrado

Ορισμός και σημασία του "usado"στα ισπανικά

01

χρησιμοποιημένος, φθαρμένος

que ha sido utilizado antes y ya no es nuevo 
usado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más usado
συγκριτικός βαθμός
más usado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
usado
αρσενικό πληθυντικό
usados
θηλυκό ενικό
usada
θηλυκό πληθυντικό
usadas
Παραδείγματα
Mis zapatos están muy usados y necesito unos nuevos. 

Τα παπούτσια μου είναι πολύ φθαρμένα και χρειάζομαι καινούρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store