Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
usado
01
χρησιμοποιημένος, φθαρμένος
que ha sido utilizado antes y ya no es nuevo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más usado
συγκριτικός βαθμός
más usado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
usado
αρσενικό πληθυντικό
usados
θηλυκό ενικό
usada
θηλυκό πληθυντικό
usadas
Παραδείγματα
Mis zapatos están muy usados y necesito unos nuevos.
Τα παπούτσια μου είναι πολύ φθαρμένα και χρειάζομαι καινούρια.



























