Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hecho
01
κατασκευασμένος
algo que ya está preparado o completado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más hecho
συγκριτικός βαθμός
más hecho
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hecho
αρσενικό πληθυντικό
hechos
θηλυκό ενικό
hecha
θηλυκό πληθυντικό
hechas
Παραδείγματα
Mi cama ya está hecha.
Το κρεβάτι μου είναι ήδη φτιαγμένο.
02
μαγειρεμένος, έτοιμος
cocinado completamente y listo para comer
Παραδείγματα
La pasta estará hecha en diez minutos.
Τα ζυμαρικά θα είναι έτοιμα σε δέκα λεπτά.
El hecho
01
γεγονός
algo que es cierto o real; un acontecimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hechos
Παραδείγματα
El hecho es que no llegó a tiempo.



























