Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comenzar
01
αρχίζω
iniciar algo de manera deliberada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
comienzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
comienza
ενεστώτα μετοχή
comenzando
απλός αόριστος
comencé
παθητική μετοχή
comenzado
Παραδείγματα
Comenzaron la obra sin avisar.
Άρχισαν το έργο χωρίς προειδοποίηση.
02
αρχίζω
empezar por sí mismo
Παραδείγματα
La reunión comenzó tarde.



























