Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comenzar
01
αρχίζω
iniciar algo de manera deliberada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
comienzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
comienza
ενεστώτα μετοχή
comenzando
απλός αόριστος
comencé
παθητική μετοχή
comenzado
Παραδείγματα
Comenzamos la reunión a las nueve.
Ξεκινάμε τη συνάντηση στις εννιά.
02
αρχίζω
empezar por sí mismo
Παραδείγματα
La película comenzó a las ocho.



























