Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comentar
01
σχολιάζω
expresar una opinión u observación sobre algo, normalmente en una conversación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
comento
γ΄ ενικό πρόσωπο
comenta
ενεστώτα μετοχή
comentando
απλός αόριστος
comenté
παθητική μετοχή
comentado
Παραδείγματα
Quería comentar algo sobre el plan que propusiste ayer.
Ήθελα να σχολιάσω κάτι σχετικά με το σχέδιο που πρότεινες χθες.
02
σχολιάζω
escribir una respuesta u opinión pública en una publicación, foto o video en una plataforma digital
Παραδείγματα
Mucha gente empezó a comentar en la foto apenas la subió.
Πολλοί άνθρωποι άρχισαν να σχολιάζουν τη φωτογραφία μόλις την ανέβασε.



























