Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estudiar
01
μελετώ
aprender y practicar conocimientos sobre una materia, normalmente con libros, apuntes o ejercicios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estudio
γ΄ ενικό πρόσωπο
estudia
ενεστώτα μετοχή
estudiando
απλός αόριστος
estudié
παθητική μετοχή
estudiado
Παραδείγματα
Mañana no puedo ir a la playa con vosotros porque tengo que estudiar.
Αύριο δεν μπορώ να πάω στην παραλία μαζί σας γιατί πρέπει να μελετήσω.
02
μελετώ, αναλύω
analizar o examinar algo con atención y detalle
Παραδείγματα
Tenemos que estudiar bien los datos antes de tomar una decisión.
Πρέπει να μελετήσουμε καλά τα δεδομένα πριν πάρουμε μια απόφαση.
03
μελετώ
seguir una carrera o materia en una institución educativa
Παραδείγματα
¿Qué vas a estudiar cuando termines el colegio?
Τι σπουδάζεις θα κάνεις όταν τελειώσεις το σχολείο;



























