Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sentir
[past form: sentí][present form: siento]
01
αισθάνομαι
percibir una sensación física
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
siento
γ΄ ενικό πρόσωπο
siente
ενεστώτα μετοχή
sintiendo
απλός αόριστος
sentí
παθητική μετοχή
sentido
Παραδείγματα
Sentimos la lluvia en la piel.
Αισθανόμαστε τη βροχή στο δέρμα.
02
νιώθω
experimentar un estado físico o emocional en uno mismo
Παραδείγματα
¿ Te sientes mejor ahora?
Αισθάνεσαι καλύτερα τώρα ;
03
αισθάνομαι
experimentar una sensación corporal o física
Παραδείγματα
Sentí calor apenas entré en la habitación.
Νιώθω ζέση μόλις μπήκα στο δωμάτιο.
04
μετανιώνω, λυπάμαι
experimentar pena o arrepentimiento por algo
Παραδείγματα
Sentían haber dicho eso.
Νιώθουν μετάνοια που το είπαν.



























