Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sentir
01
αισθάνομαι
percibir una sensación física
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
siento
γ΄ ενικό πρόσωπο
siente
ενεστώτα μετοχή
sintiendo
απλός αόριστος
sentí
παθητική μετοχή
sentido
Παραδείγματα
No siento nada en la pierna.
Δεν αισθάνομαι τίποτα στο πόδι μου.
02
νιώθω
experimentar un estado físico o emocional en uno mismo
Παραδείγματα
Me siento cansado.
Αισθάνομαι κουρασμένος.
03
αισθάνομαι
experimentar una sensación corporal o física
Παραδείγματα
Sentí un dolor fuerte en la espalda.
Νιώθω έναν οξύ πόνο στην πλάτη.
04
μετανιώνω, λυπάμαι
experimentar pena o arrepentimiento por algo
Παραδείγματα
Siento llegar tarde.
Λυπάμαι που άργησα.



























