Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
usar
01
χρησιμοποιώ
emplear algo para un fin o propósito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
uso
γ΄ ενικό πρόσωπο
usa
ενεστώτα μετοχή
usando
απλός αόριστος
usé
παθητική μετοχή
usado
Παραδείγματα
Él usa su tiempo libre para leer.
Αυτός χρησιμοποιεί τον ελεύθερο χρόνο του για να διαβάζει.



























