usar
u
u
oo
sar
ˈsaɾ
sar
amarosarazarpiar

Ορισμός και σημασία του "usar"στα ισπανικά

01

χρησιμοποιώ

emplear algo para un fin o propósito 
usar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
uso
γ΄ ενικό πρόσωπο
usa
ενεστώτα μετοχή
usando
απλός αόριστος
usé
παθητική μετοχή
usado
Παραδείγματα
Uso mi computadora para trabajar. 

Χρησιμοποιώ τον υπολογιστή μου για να δουλέψω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store