usar
Pronunciation
/usˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "usar"στα ισπανικά

01

χρησιμοποιώ

emplear algo para un fin o propósito
usar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
uso
γ΄ ενικό πρόσωπο
usa
ενεστώτα μετοχή
usando
απλός αόριστος
usé
παθητική μετοχή
usado
Παραδείγματα
Él usa su tiempo libre para leer.
Αυτός χρησιμοποιεί τον ελεύθερο χρόνο του για να διαβάζει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store