Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renunciar
01
παραιτούμαι, αποχωρώ
dejar voluntariamente un cargo o responsabilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
renuncio
γ΄ ενικό πρόσωπο
renuncia
ενεστώτα μετοχή
renunciando
απλός αόριστος
renuncié
παθητική μετοχή
renunciado
Παραδείγματα
Decidió renunciar a su puesto por motivos personales.
Αποφάσισε να παραιτηθεί από τη θέση του για προσωπικούς λόγους.



























