Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El concentración
01
συγκέντρωση, προσοχή
capacidad de poner toda la atención en una actividad o pensamiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Necesito silencio para mantener mi concentración.
Χρειάζομαι σιωπή για να διατηρήσω τη συγκέντρωσή μου.
02
συνάντηση πριν τον αγώνα, συγκέντρωση
reunión o periodo en que un equipo se prepara y se encierra antes de un partido
Παραδείγματα
El entrenador habló mucho durante la concentración.
Ο προπονητής μίλησε πολύ κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης.
03
συγκέντρωση
cantidad de una sustancia presente en una mezcla o disolución
Παραδείγματα
La concentración de sal en el agua es alta.
Η συγκέντρωση αλατιού στο νερό είναι υψηλή.



























