Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acceder
01
προσπελαύνω, έχω πρόσβαση
tener permiso o posibilidad para entrar o usar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
accedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
accede
ενεστώτα μετοχή
accediendo
απλός αόριστος
accedí
παθητική μετοχή
accedido
Παραδείγματα
No todos pueden acceder a esta información confidencial.
Δεν μπορούν όλοι να προσπελάσουν αυτές τις εμπιστευτικές πληροφορίες.



























