Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acceder
01
προσπελαύνω, έχω πρόσβαση
tener permiso o posibilidad para entrar o usar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
accedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
accede
ενεστώτα μετοχή
accediendo
απλός αόριστος
accedí
παθητική μετοχή
accedido
Παραδείγματα
Ella no puede acceder al edificio sin su tarjeta.
Δεν μπορεί να προσπελάσει το κτίριο χωρίς την κάρτα της.



























