acceder
Pronunciation
/ˌakθeðˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "acceder"στα ισπανικά

acceder
01

προσπελαύνω, έχω πρόσβαση

tener permiso o posibilidad para entrar o usar algo
acceder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
accedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
accede
ενεστώτα μετοχή
accediendo
απλός αόριστος
accedí
παθητική μετοχή
accedido
Παραδείγματα
No todos pueden acceder a esta información confidencial.
Δεν μπορούν όλοι να προσπελάσουν αυτές τις εμπιστευτικές πληροφορίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store