Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fregar
[past form: fregué][present form: friego]
01
τρίβω, καθαρίζω
limpiar algo frotando con agua y jabón
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
friego
γ΄ ενικό πρόσωπο
friega
ενεστώτα μετοχή
fregando
απλός αόριστος
fregué
παθητική μετοχή
fregado
Παραδείγματα
¿ Puedes ayudarme a fregar la mesa después de comer?
Μπορείς να με βοηθήσεις να τρίψω το τραπέζι μετά το φαγητό ;



























