prolongar
pro
pɾo
pro
lon
lon
lon
gar
ˈgaɾ
gar
maquillarpellizcaraproximardivorciar

Ορισμός και σημασία του "prolongar"στα ισπανικά

prolongar
01

παρατείνεται

extenderse en el tiempo más de lo esperado o previsto 
prolongar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
prolongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prolonga
ενεστώτα μετοχή
prolongando
απλός αόριστος
me prolongué
παθητική μετοχή
prolongado
Παραδείγματα
La reunión se prolongó hasta la medianoche. 

Η συνάντηση παρατάθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store