Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prolongar
01
παρατείνεται
extenderse en el tiempo más de lo esperado o previsto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
prolongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prolonga
ενεστώτα μετοχή
prolongando
απλός αόριστος
me prolongué
παθητική μετοχή
prolongado
Παραδείγματα
La reunión se prolongó hasta la medianoche.
Η συνάντηση παρατάθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα.



























