Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estallar
01
εκρήγνυμαι, σκάω
reventar o romperse con violencia y ruido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estalla
ενεστώτα μετοχή
estallando
απλός αόριστος
estallé
παθητική μετοχή
estallado
Παραδείγματα
La bomba estalló en el centro de la ciudad.
Η βόμβα εξερράγη στο κέντρο της πόλης.
02
εκρήγνυμαι
manifestar de forma violenta y repentina una emoción intensa
Παραδείγματα
Mi jefe estalló de ira cuando vio el error.
Ο προϊστάμενός μου έσκασε από θυμό όταν είδε το λάθος.



























