Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convenir
01
llegar a un acuerdo con otra persona sobre algo , -
γραμματικές πληροφορίες
ανώμαλο
απλός αόριστος
convine
παθητική μετοχή
convenido
Παραδείγματα
Ambas partes convinieron en firmar el contrato.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
llegar a un acuerdo con otra persona sobre algo , -