Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conversión
01
cambio mediante el cual algo pasa a tener una forma, función o estado diferente
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conversión del edificio duró varios meses.



























