Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El concejal
[gender: masculine]
01
δημοτικός σύμβουλος, μέλος δημοτικού συμβουλίου
una persona elegida como miembro del concejo o ayuntamiento de un municipio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
concejales
Παραδείγματα
La concejala es muy activa en las redes sociales.
Η δημοτική σύμβουλος είναι πολύ δραστήρια στα κοινωνικά δίκτυα.



























