Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
evitar
01
αποτρέπω, αποφεύγω
impedir que algo suceda o no acercarse a algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
evito
γ΄ ενικό πρόσωπο
evita
ενεστώτα μετοχή
evitando
απλός αόριστος
evité
παθητική μετοχή
evitado
Παραδείγματα
Trato de evitar el tráfico a las horas pico.
Προσπαθώ να αποφεύγω την κυκλοφορία στις ώρες αιχμής.
02
αποτρέπω, αποφεύγω
impedir que ocurra algo, o eludir una situación o acción
Παραδείγματα
Debemos evitar accidentes siguiendo las normas de seguridad.
Πρέπει να αποφεύγουμε τα ατυχήματα ακολουθώντας τους κανόνες ασφαλείας.



























