Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convertir
01
γίνομαι, μετατρέπομαι σε
cambiar de estado, forma, condición o identidad; llegar a ser algo diferente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
convierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
convierte
ενεστώτα μετοχή
convirtiendo
απλός αόριστος
me convertí
παθητική μετοχή
convertido,converso
Παραδείγματα
Con disciplina, se convirtió en un experto en su campo.
Με πειθαρχία, έγινε ειδικός στον τομέα του.
02
προσυλητίζω, αλλάζω θρησκεία
adoptar una religión o creencia religiosa
Παραδείγματα
Se convirtió al budismo tras estudiar su filosofía.
Ασπάστηκε τον Βουδισμό αφού μελέτησε τη φιλοσοφία του.



























