Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convertir
01
γίνομαι, μετατρέπομαι σε
cambiar de estado, forma, condición o identidad; llegar a ser algo diferente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
convierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
convierte
ενεστώτα μετοχή
convirtiendo
απλός αόριστος
me convertí
παθητική μετοχή
convertido,converso
Παραδείγματα
El agua se convierte en hielo a bajas temperaturas.
Το νερό μετατρέπεται σε πάγο σε χαμηλές θερμοκρασίες.
02
προσυλητίζω, αλλάζω θρησκεία
adoptar una religión o creencia religiosa
Παραδείγματα
Se convirtió al cristianismo después de muchos años de búsqueda.
Προσηλυτίστηκε στον Χριστιανισμό μετά από πολλά χρόνια αναζήτησης.



























