surgir
sur
suɾ
soor
gir
ˈxiɾ
khir
gruñirasumirsentiremitir

Ορισμός και σημασία του "surgir"στα ισπανικά

surgir
01

προκύπτω, εμφανίζομαι

aparecer o producirse algo de forma repentina 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
surjo
γ΄ ενικό πρόσωπο
surge
ενεστώτα μετοχή
surgiendo
απλός αόριστος
surgí
παθητική μετοχή
surgido
Παραδείγματα
Surgieron problemas inesperados. 

Προέκυψαν απροσδόκητα προβλήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store