Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surgir
01
προκύπτω, εμφανίζομαι
aparecer o producirse algo de forma repentina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
surjo
γ΄ ενικό πρόσωπο
surge
ενεστώτα μετοχή
surgiendo
απλός αόριστος
surgí
παθητική μετοχή
surgido
Παραδείγματα
De repente surgió una duda importante.
Ξαφνικά προέκυψε μια σημαντική αμφιβολία.



























