Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ejemplar
01
αντίτυπο, αντίγραφο
una copia individual de un periódico, revista o libro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ejemplares
Παραδείγματα
Guardo un ejemplar del periódico del día que nació mi hijo.
Κρατώ ένα αντίτυπο της εφημερίδας της ημέρας που γεννήθηκε ο γιος μου.



























