Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
admitir
[past form: admití][present form: admito]
01
παραδέχομαι
aceptar algo como verdadero, correcto o permitido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
admito
γ΄ ενικό πρόσωπο
admite
ενεστώτα μετοχή
admitiendo
απλός αόριστος
admití
παθητική μετοχή
admitido
Παραδείγματα
Admitimos que la situación es difícil.
Παραδεχόμαστε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη.



























