Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
administrar
01
διαχειρίζομαι
dirigir o controlar un negocio, recurso o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
administro
γ΄ ενικό πρόσωπο
administra
ενεστώτα μετοχή
administrando
απλός αόριστος
administró
παθητική μετοχή
administrado
Παραδείγματα
Ella administra la empresa familiar con eficacia.
Αυτή διαχειρίζεται την οικογενειακή επιχείρηση αποτελεσματικά.
02
χορηγώ
dar medicamentos o tratamiento a alguien
Παραδείγματα
La enfermera administró la medicina al paciente.
Η νοσοκόμα χορήγησε το φάρμακο στον ασθενή.
03
διαχειρίζομαι τα προσωπικά οικονομικά
gestionar los propios recursos o dinero
Παραδείγματα
Aprendió a administrarse después de recibir su primer salario.
Έμαθε να διαχειρίζεται τον εαυτό του μετά τη λήψη του πρώτου του μισθού.



























