Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
admirable
01
αξιοθαύμαστος, θαυμάσιος
que merece admiración por sus cualidades o acciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más admirable
συγκριτικός βαθμός
más admirable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
admirable
αρσενικό πληθυντικό
admirables
θηλυκό ενικό
admirable
θηλυκό πληθυντικό
admirables
θεματικό πεδίο
evaluación, cualidad
Παραδείγματα
Su esfuerzo constante es admirable.
Η συνεχής προσπάθειά του είναι αξιοθαύμαστη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
admirable
admire



























