Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regresar
[past form: regresé][present form: regreso]
01
επιστρέφω
volver al lugar de donde uno salió
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
regreso
γ΄ ενικό πρόσωπο
regresa
ενεστώτα μετοχή
regresando
απλός αόριστος
regresé
παθητική μετοχή
regresado
Παραδείγματα
Regresé porque olvidé mis llaves.
Επέστρεψα γιατί ξέχασα τα κλειδιά μου.



























