juvenil
Pronunciation
/xˌuβenˈil/

Ορισμός και σημασία του "juvenil"στα ισπανικά

01

σχετικός με τη νεολαία, τους νέους ή τα άτομα που δεν είναι νόμιμα ενήλικα

relacionado con la juventud, los jóvenes o con personas que no son legalmente adultas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
juvenil
αρσενικό πληθυντικό
juveniles
θηλυκό ενικό
juvenil
θηλυκό πληθυντικό
juveniles
Παραδείγματα
El centro deportivo ofrece actividades juveniles los fines de semana.
Το αθλητικό κέντρο προσφέρει δραστηριότητες νεολαίας τα σαββατοκύριακα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store