juvenil
ju
xu
khoo
ve
βe
be
nil
ˈnil
nil
albañilperejilmandiltextil

Ορισμός και σημασία του "juvenil"στα ισπανικά

01

σχετικός με τη νεολαία, τους νέους ή τα άτομα που δεν είναι νόμιμα ενήλικα

relacionado con la juventud, los jóvenes o con personas que no son legalmente adultas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
juvenil
αρσενικό πληθυντικό
juveniles
θηλυκό ενικό
juvenil
θηλυκό πληθυντικό
juveniles
Παραδείγματα
Fue juzgado en un tribunal juvenil por su edad. 

Κρίθηκε σε νεανικό δικαστήριο λόγω της ηλικίας του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store