juzgar
Pronunciation
/xuθɣˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "juzgar"στα ισπανικά

juzgar
[past form: juzgué][present form: juzgo]
01

κρίνω

formar una opinión o decidir sobre algo o alguien, especialmente en un tribunal
juzgar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
juzgo
γ΄ ενικό πρόσωπο
juzga
ενεστώτα μετοχή
juzgando
απλός αόριστος
juzgué
παθητική μετοχή
juzgado
Παραδείγματα
Juzgar sin pruebas es injusto.
Το να κρίνεις χωρίς αποδείξεις είναι άδικο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store