Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jurar
01
ορκίζομαι, δίνω όρκο
prometer solemnemente o afirmar con fuerza
Παραδείγματα
Juré cumplir con mis obligaciones.
Ορκίζομαι να εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ορκίζομαι, δίνω όρκο