Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jurar
01
ορκίζομαι, δίνω όρκο
prometer solemnemente o afirmar con fuerza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
juro
γ΄ ενικό πρόσωπο
jura
ενεστώτα μετοχή
jurando
απλός αόριστος
juró
παθητική μετοχή
jurado
Παραδείγματα
Juró decir la verdad.
Ορκίζομαι να πω την αλήθεια.



























