jurar

Ορισμός και σημασία του "jurar"στα ισπανικά

01

ορκίζομαι, δίνω όρκο

prometer solemnemente o afirmar con fuerza
jurar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
juro
γ΄ ενικό πρόσωπο
jura
ενεστώτα μετοχή
jurando
απλός αόριστος
juró
παθητική μετοχή
jurado
Παραδείγματα
Juré cumplir con mis obligaciones.
Ορκίζομαι να εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store