Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imprevisto
01
απρόβλεπτος, απροσδόκητος
que ocurre sin aviso o preparación previa; no planeado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más imprevisto
συγκριτικός βαθμός
más imprevisto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imprevisto
αρσενικό πληθυντικό
imprevistos
θηλυκό ενικό
imprevista
θηλυκό πληθυντικό
imprevistas
Παραδείγματα
El retraso fue causado por un imprevisto en el transporte.
Η καθυστέρηση προκλήθηκε από ένα απρόβλεπτο γεγονός στη μεταφορά.
El imprevisto
01
hecho o situación que ocurre sin haber sido previsto
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Cancelaron la visita por un imprevisto familiar.



























