Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fortalecer
01
ενισχύω
hacer que algo o alguien sea más fuerte o resistente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
fortalezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
fortalece
ενεστώτα μετοχή
fortaleciendo
απλός αόριστος
fortalecí
παθητική μετοχή
fortalecido
Παραδείγματα
Los ejercicios diarios fortalecen el corazón.
Οι καθημερινές ασκήσεις ενισχύουν την καρδιά.



























