Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El forro
01
κάλυμμα, επικάλυμμα
una cubierta de papel, plástico u otro material que protege un libro, un cuaderno o un disco
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
forros
Παραδείγματα
El forro del libro de texto estaba roto por las esquinas.
Το εξώφυλλο του σχολικού βιβλίου ήταν σκισμένο στις γωνίες.
02
επένδυση, εσωτερική επικάλυψη
una capa de tela u otro material que cubre el interior de una prenda o un objeto
Παραδείγματα
El forro de seda del abrigo lo hace muy suave al tacto.
Το μεταξωτό επένδυση του παλτού το κάνει πολύ απαλό στην αφή.



























