requerir
Pronunciation
/rˌekɛɾˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "requerir"στα ισπανικά

requerir
01

απαιτώ

pedir formalmente algo o a alguien
requerir definition and meaning
Παραδείγματα
El gerente requirió una explicación.
Ο διευθυντής ζήτησε μια εξήγηση.
02

απαιτώ

necesitar algo para un fin determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
requiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
requiere
ενεστώτα μετοχή
requiriendo
απλός αόριστος
requerí
παθητική μετοχή
requerido
Παραδείγματα
El puesto requiere experiencia previa.
Η θέση απαιτεί προηγούμενη εμπειρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store