Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
requerir
01
απαιτώ
pedir formalmente algo o a alguien
Παραδείγματα
El gerente requirió una explicación.
Ο διευθυντής ζήτησε μια εξήγηση.
02
απαιτώ
necesitar algo para un fin determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
requiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
requiere
ενεστώτα μετοχή
requiriendo
απλός αόριστος
requerí
παθητική μετοχή
requerido
Παραδείγματα
El puesto requiere experiencia previa.
Η θέση απαιτεί προηγούμενη εμπειρία.



























