Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repugnar
01
αποστρέφομαι, μισαίνω
causar disgusto o aversión intensa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
repugno
γ΄ ενικό πρόσωπο
repugna
ενεστώτα μετοχή
repugnando
απλός αόριστος
repugnó
παθητική μετοχή
repugnado
Παραδείγματα
Repugnaba la indiferencia ante el sufrimiento ajeno.
Προκαλούσε αηδία η αδιαφορία απέναντι στον πόνο των άλλων.



























