Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resbalar
01
γλιστρώ
perder el equilibrio temporalmente debido a una superficie lisa o húmeda
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
resbalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
resbala
ενεστώτα μετοχή
resbalando
απλός αόριστος
resbaló
παθητική μετοχή
resbalado
Παραδείγματα
Me resbalé al salir de la ducha.
Γλίστρησα βγαίνοντας από το ντους.



























