Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destacar
01
ξεχωρίζω, διακρίνομαι
ser más notable, sobresalir o ser superior entre otros
Παραδείγματα
Él siempre destaca por su inteligencia.
Αυτός πάντα ξεχωρίζει για την ευφυΐα του.
02
τονίζω, προβάλλω
hacer que una cualidad o circunstancia sea más visible o notable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
destaco
γ΄ ενικό πρόσωπο
destaca
ενεστώτα μετοχή
destacando
απλός αόριστος
destaqué
παθητική μετοχή
destacado
Παραδείγματα
Cabe destacar la importancia de este acuerdo.
Να τονίσει τη σημασία αυτής της συμφωνίας αξίζει να σημειωθεί.
LanGeek



























