concluir
concluir
kongklwiɾ
kongklvir
concebir

Ορισμός και σημασία του "concluir"στα ισπανικά

concluir
01

ολοκληρώνω, τελειώνω

terminar algo o darlo por finalizado 
concluir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
concluyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
concluye
ενεστώτα μετοχή
concluyendo
απλός αόριστος
concluí
παθητική μετοχή
concluido,concluso
Παραδείγματα
Concluimos el proyecto ayer. 

Ολοκληρώσαμε το έργο χθες.

02

συμπεραίνω, ολοκληρώνω

llegar a una idea o juicio después de analizar información o hechos 
concluir definition and meaning
Παραδείγματα
Concluí que ella tenía razón. 

Συμπεραίνω ότι συμπέρανα ότι είχε δίκιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store