Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concluir
[past form: concluí][present form: concluyo]
01
ολοκληρώνω, τελειώνω
terminar algo o darlo por finalizado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
concluyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
concluye
ενεστώτα μετοχή
concluyendo
απλός αόριστος
concluí
παθητική μετοχή
concluido,concluso
Παραδείγματα
Después de mucho trabajo, finalmente concluyeron el informe.
Μετά από πολλή δουλειά, ολοκλήρωσαν τελικά την έκθεση.
02
συμπεραίνω, ολοκληρώνω
llegar a una idea o juicio después de analizar información o hechos
Παραδείγματα
El juez concluyó que el acusado era inocente.
Ο δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν αθώος.



























