la aptitud
ap
ap
ap
ti
ti
ti
tud
ˈtuð
toodh
altitudactitud

Ορισμός και σημασία του "aptitud"στα ισπανικά

01

ικανότητα

capacidad natural o adquirida para realizar una actividad o tarea 
la aptitud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aptitudes
Παραδείγματα
Tiene una aptitud especial para las matemáticas. 

Έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα στα μαθηματικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store