Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La aptitud
01
ικανότητα
capacidad natural o adquirida para realizar una actividad o tarea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aptitudes
Παραδείγματα
Tiene una aptitud especial para las matemáticas.
Έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα στα μαθηματικά.



























